Sunday, August 27, 2023

Στη γιαγιά

 

Φοράς για σκουλαρίκια τα κοχύλια

Με μάγουλα σαν σύννεφα μικρά

Πως θα ‘θελα να ήμουν ηλιαχτίδα

Να μπερδευτώ μες τα μαλλιά σου τα χρυσά

 

Στον ήλιο λάμπεις όλη σαν καθίσεις

Κι έχεις φωνή που ‘ναι σαν άνεμος γλυκιά

Φεγγάρια και αστέρια πώς σκορπίζεις

Σαν έρχεται στα χείλη σου η μιλιά

 

Σαν νούφαρα με πέταλα σκορπίζεις

Κάθε σκοτάδι, ασήμαντο, μικρό

Με ροζ τ’ ονείρου πόσο άνοιξη θυμίζεις

Πώς γαληνεύω , θε μου, όταν σε κοιτώ.

Στη μαμά

Φοράει, μάλλον, μαργαρίτες για φεγγάρια

Και έχει βλέμμα που θολώνει τα νερά

Έχει μια δύναμη που κόβει μονοπάτια

Και μια άνοιξη χωμένη στην καρδιά

 

Φοβάται εύκολα τα νέα μονοπάτια

Μα έχει θάρρος και φιλόξενη καρδία

Και όσα κι αν της χτίσουν σκαλοπάτια,

Πηγαίνει αγέρωχα στον άνεμο σιμά.

 

Δεν την πειράζει αν στο βλέμμα έχεις μίσος,

Δε θα σε κρίνει αν δεν θέλεις συντροφιά

Έχει για πρόσταγμα αγάπη και το ήθος

Και είναι πάντα μια φωλιά για τα παιδιά

 

Δεν σταματάει σ’ ένα στόχο κι ένα τείχος

Κι είναι συνέχεια με τα μάτια ανοιχτά

Και αν πιστεύεις πως θα αφήσει αυτό το ξίφος,

‘κείνη ξυπνάει μ’ ενός δράκου την φωτιά

 

Και τρέχει μέσα στη βροχή και μες το πλήθος

Και δεν φοβάται που και που την μοναξιά

Κι όσο κι αν κλάψει πάντα την περνάει ρίγος

Όταν στην πόρτα της ακούσει το «Μαμά». 

Προσωπικό

Ένα κομμένο μαξιλάρι στην ψυχή μου

Μία φωνή που δεν την άκουσε κανείς

Όλο μου λέει να φωνάξω μα η στιγμή μου

Δεν έχει λάμψη ούτε μίας αστραπής

 

Σιγά, δειλά, βήματα κάνει το κορμί μου

Δίχως χωράφι να ‘χει νούφαρα πολλά

Νιώθω το βλέμμα να καρφώνει την πνοή μου

Μ’ ένα φουστάνι που ‘χει χρώμα από παλιά.

 

Δεν είναι άραγε αρκετό το μουσικό μου

Κουτί που νιώθω πως χορεύει στην καρδιά;

Γιατί επέλεξα την άκρη αυτού του δρόμου;

Χωρίς με σύντροφο να έχει μια φωλιά;

 

Νομίζω είναι το, το βλέμμα αυτού το κόσμου

Που πλημμυρίζει τη μικρή μου την καρδιά

Πόσο θα ήθελα να είχα μόνο εμπρός μου

Μόνο μια θάλασσα και μία ακρογιαλιά.

 

Δεν θα χωρέσει πουθενά ο εαυτός μου

Μα υπάρχει χώρος στην δική μου την καρδιά

Κι έχουμ' αντέξει τέρατα αυτού του κόσμου

κι έχουμε κλάψει μόνο οι δυο μας συντροφιά

 

Σαν μαξιλάρι πια τον έχω τώρα εμπρός μου

Και ευτυχώς αντέχει να ‘μαστ’ αγκαλιά

γιατί αν κάποτε μ’ αφήσει ο εαυτός μου

κάπου θα πέσει η αυλαία σιωπηλά.

“How do you spend your time silently at the bottom of the hill, when the grass is growing?”

 English (scroll down for the greek version/κατέβα πιο κάτω για το Ελληνικό ποίημα :) ): 

One,

       and there is only yours.

One,

       and she is only yours.

Only one,

but are you the only one who has her? Or do you share her with others? Does she maybe leave silently in the night to get lost into other eyes and galaxies?

How surely can you say: She is mine. – only one. and mine.

How much time of the day do you spend together? How much time of the day do you plainly co-exist.

When the lights are off, in the dark, do you hear to her? Do you listen to her.

Does she look at you when the sun comes up in the morning? Does she look at you when the sun is shining on your face.

Or do you hide her, scared, in the shadow of others

like she was – Wrong.

 

What do you want? To know what? What do you mean who is she? 

What is she?!

If you still don’t know what she is - who she is, then you’ve already 

lost 

her.

and she used to be yours.


Ελληνικά: 
 

Μία,

       είναι μόνο η δική σου.

Μία,

       την έχεις όμως μόνο εσύ; Ή τη μοιράζεσαι με άλλους; 


Μήπως σου φεύγει κρυφά

και χάνεται σε δεύτερα μάτια

το βράδυ;


Με πόση σιγουριά θα πεις

είναι δική μου - μόνο μία

και δική μου.


Πόση ώρα της μέρας περνάτε μαζί.

           Πόση ώρα της μέρας απλά

                     συνυπάρχετε;

Το βράδυ, με τα φώτα κλειστά,

     την ακούς;

Σε κοιτάει το πρωί όταν βγαίνει 

    ο ήλιος;


Ή μήπως  στη σκιά αλλωνών 

    την κρύβεις


                   φοβισμένα


 λες και είναι - λάθος


                                      Τι θες;

Να ακούσεις τι; Τι εννοείς 

     τι είναι; 

Αν δεν ξέρεις ακόμη ποια είναι, την έχεις 

χάσει.

Και ήταν δική σου... 


Μοναξιά

Δεν υπάρχει κανείς για να με σώσει.

Κάθε μου σχέση πρέπει να τελειώσει. 

Κάθε στιγμή δεν είναι μια ταινία

κι εγώ φοβάμαι πως να μείνω ζωντανή.


Μία φανφάρα συνεχώς ζω να ξεχνάω

τη μοναξιά που ένιωθα παλιά-

καμιά φορά νομίζω πως πονάω,

μα 'χω 'να άγχος καρφωμένο στην καρδιά.


Δεν έχω θλίψη, ούτε φόβο να λυγίσω, 

έχω μονάχα δυο παράπονα μικρά-

το ένα είναι πώς το αντιμετωπίζω 

και τ' άλλο πώς τα βλέμματα παίρνουν φωτιά.


Εγκλωβισμένος σ' ένα κύκλο τριγυρίζω

άλλων φωνές ν'ακούω σ' όνειρα συχνά,

"θα 'σαι μονάχη

και μετά πώς θα επιζήσω;

Μια απορία αλλωνών με ξαγρυπνά.


Όχι. Δεν αντέχω ν' αντικρύζω

κρυφά κομμάτια που δε ζήσατε εσείς-

εγώ μονάχη θέλω πάλι ν' αλωνίζω

δίχως αγάπη δε δυστύχησε κανείς.

Sunday, April 9, 2023

For the artists.

 

I’m in love with objects of old. 

They tend to have a heart of their own, don't they?

They have been hit, broken, they are full of dirt, dust and paint, they have moved to places and seen many people. They have existed in winters and summers, in sunlights and darkness. How can one not be mesmerized by that beauty. How can one not be consumed by the endurance and experience of an object that’s been used a thousand, a million times?

I have this tripod for painting. It’s 10 years old. It’s a tripod for outside painting. It folds and turns and changes size and shape. Very light, made of very fragile wood. This tripod has travelled with me in 7 homes, 6 forests, 4 cities, 2 countries and counting. Its legs are a bit stretched. I need to spend some time to figure out where everything needs to go to stabilize it. It's full of different colors of paint, the main skeleton is croocked, and the screws are hardly holding onto the legs. When I think that I might have to buy a new one, a pain in my chest starts, as if I was losing a child. Cause we have been through so much together. There has been so much pain inflicted into paintings that were drawn on this tripod, so much laughter and dancing that affected billions of strokes of the brush. Drunken nights on the terrace with wine and smoke. My cat running around the legs and the tripod falling on the floor. And it was all so much fun. How can I leave behind all these beautiful memories that come to my mind every time I use this tripod? How can I forget the sound of the nightbirds while looking at the evening sky, with the stars and the moon being the only light I needed to paint? How can I forget the sun changing the tone of the colors while passing through my canvas? How can I forget all the paintings I made for people I fell in love with, on this very tripod?

This tripod and I have more history than what I have with most of the people I know. It’s not about having "things". It is not about fear of change. It is about the appreciation and calmness that comes from the durability of this tripod. As long as this tripod stands, I stand. It’s part of my soul, it’s an extension of my hands, a mean to visualize the mess and serenity of my brain.

And I never clean the paint from the tripod after I finish using it. Not because I don’t want it to endure, not because I don’t care. I care a lot. That is why all the paint and graphite left on the tripod is important to stay. They all tell a story. Without this mess, all of my sketches and paintings would be incomplete. The “finishing” touch is always on my tripod. Even though, my paintings can never be finished.. but that's a story for another time.

One day, I’ll get a car, or bike or anything. And I’ll put my tripod on my back and go far away to new adventures. And I would not have it any other way.

Στη γιαγιά

  Φοράς για σκουλαρίκια τα κοχύλια Με μάγουλα σαν σύννεφα μικρά Πως θα ‘θελα να ήμουν ηλιαχτίδα Να μπερδευτώ μες τα μαλλιά σου τα χρυσ...